Category Archives: Learn Greek

Lesson 19: Passive Voice of Greek Verbs, Part II

In Lesson 18, we learned about the Simple and Continuous tenses of the Passive voice of Greek verbs. In Lesson 19, we’ll examine

  • the Perfect tenses*,
  • the Passive Participle

and we’ll learn a few tricks for correct spelling.


*In Lesson 18, we talked about the construction of Perfect tenses:
auxiliary verb ‘έχω’ (‘είχα’, ‘θα έχω’) + Past infinitive
This construction is mostly used to denote that the action is, was, or will be finished at the time mentioned.

There is also a second way of forming the Perfect tenses in the Passive voice, which involves the use of the Passive Participle:
auxiliary verb ‘είμαι’ (‘ήμουν’, ‘θα είμαι’) + Past participle
This construction is used to denote the outcome of the action — thus,

έχω ντυθεί (=I have been dressed) refers mainly to the action, without excluding the outcome (I am dressed now), while

είμαι ντυμένος (=I am dressed) refers basically to the outcome itself.


Passive Participle

The Passive Participle has 3 genders and it is inflected as an adjective.

  1. εργάζομαι –> εργαζόμενος
    The verbs which are stressed on the antepenultimate form the participle with endings in -όμενος, -όμενη, -όμενο.
  2. κινούμαι –> κινούμενος
    The verbs which are stressed on the penultimate form the participle with endings in -ούμενος, -ούμενη, -ούμενο.
  3. αγαπώ –> αγαπημένος
    The verbs which are stressed on the ultimate form the participle with endings in -ημένος, -ημένη, -ημένο .
  4. σιδερώνω (=iron) –> σιδερωμένος
    The verbs ending in -ώνω form the participle with endings in -ωμένος, -ωμένη, -ωμένο.
  5. ξοδεύω (=spend) –> ξοδεμένος
    The verbs ending in -εύω form the participle with endings in -εμένος, -εμένη, -εμένο.
  6. σκουπίζω (=sweep) –> σκουπισμένος
    The verbs ending in -ίζω form the participle with endings in -ισμένος, -ισμένη, -ισμένο.
  7. τρίβω (=rub, scrub) –> τριμμένος
    The verbs with a root ending in the letters π, β, φ, πτ (εγκαταλείπω =leave, abandon; σκάβω =dig, γράφω, βλάπτω =damage, hurt) form the participle with endings in -μμένος, -μμένη, -μμένο. (Notice the double –μμ-)

Since the participle is inflected as an adjective, it is only natural that the plural will be formed as
verb in plural + participle in plural 

Thus, we can get the following forms:

Present Perfect (I am untied, loose)

Singular Plural
είμαι λυμένος είμαστε λυμένοι
είσαι λυμένος είστε λυμένοι
είναι λυμένος είναι λυμένοι

Past Perfect (I was loose)

Singular Plural
ήμουν λυμένος ήμασταν λυμένοι
ήσουν λυμένος ήσασταν λυμένοι
ήταν λυμένος ήταν λυμένοι

Future Perfect (I will be loose)

Singular Plural
θα είμαι λυμένος θα είμαστε λυμένοι
θα είσαι λυμένος θα είστε λυμένοι
θα είναι λυμένος θα είναι λυμένοι


Standard Verb Endings

  1. Verbs eding in –ώνω:
    τελειώνω (=finish), λερώνω (=sully), θυμώνω (=get angry)
  2. Verbs ending in –ίζω:
    ποτίζω (=water, irrigate), γεμίζω (=fill)
    Exceptions:  δανείζω (=lend), δακρύζω (=shed tears), αθροίζω (=sum up), πήζω (=congeal, set), etc
  3. Verbs in –εύω:
    κινδυνεύω (=be in danger), παλεύω (=struggle, wrestle)
    Exception: κλέβω (=steal)
  4. Verbs in –αίνω:
    μπαίνω (=enter), βγαίνω (=exit), ανεβαίνω (=ascend)
    Exception: μένω (=stay), δένω (=tie), πλένω (=wash)
  5. Verbs in -έλλω, -άλλω*:
    ανατέλλω (=rise, as for the sun), αναβάλλω (=postpone)
    Exception: θέλω (=want)
  6. Verbs in -άσσω, -άττω:
    παρατάσσω (=array, deploy), διαπράττω (=perpetrate)

* The verbs ending in -έλλω, -άλλω are written:

  • with double –λλ– in the present, the imperfect & in future continuous (i.e. when the action expressed by the verb has a sense of continuity, perpetuality) ;
  •  with a single –λ– in simple past and in all the tenses which are formed based on simple past’s root,
For example,
Present αναβάλλω αμφιβάλλω (=doubt)
Imperfect ανέβαλλα αμφέβαλλα
Simple Past ανέβαλα αμφέβαλα
Future  θα αναβάλω θα αμφιβάλω
Future Continuous θα αναβάλλω θα αμφιβάλλω
Present Perfect έχω αναβάλει έχω αμφιβάλει
Past Perfect είχα αναβάλει είχα αμφιβάλει
Future Perfect θα έχω αναβάλει θα έχω αμφιβάλει



I. Strike out the erroneous choice:

  1. Αύριο θα ποτίσω / θα ποτήσω τα λουλούδια.
  2. Μόλις πήξει / πίξει η κρέμα, το γλυκό θα είναι έτοιμο.
    (=as soon as the cream sets, the cake will be ready)
  3. Ο Νίκος ύψωσε / υψώσει τον χαρταετό (=kite).
  4. Η Μαρία λούστηκε / έλουσε χτες το πρωί.
  5. Κοιμόμουν / θα κοιμηθώ όταν ήλθες.
ΙΙ. Translate the following sentences:
  1. I am sleeping in the car.
  2. Maria was reading, when Eva entered the room.
  3. “Wait, I’m coming,” Kyriakos shouted from his room.
  4. Don’t worry, I’ll remember her name.
Key to the exercises:
I. Strike out…:
θα ποτίσω, πήξει, ύψωσε, λούστηκε, κοιμόμουν
  1. Κοιμάμαι (μέσα) στο αυτοκίνητο.
  2. Η Μαρία διάβαζε, όταν η Εύα μπήκε στο δωμάτιο.
  3. “Περίμενε, έρχομαι,” φώναξε ο Κυριάκος από το δωμάτιό του.
  4. Μην ανησυχείς, θα θυμηθώ το όνομά της.


Lesson 18: Passive voice of Greek verbs

Up to now, we have learnt the Active voice of Greek verbs.
In the Active voice, the subject of the verb performs an action, and this action

  • either  has an effect on a person or object (transitive verbs), or
  • does not affect another person or object (in the case of intransitive verbs)

On the other hand, Passive voice denotes that

  • the subject of the verb is the recipient of the energy that is expressed by it
    e.g.: Τα χέρια του λερώθηκαν με αίμα. (=His hands were stained with blood)
  • the subject of the verb is both the actor and the recipient of the action
    e.g. Ο Κώστας κοιμάται ακόμα. (=Costas is still sleeping.)
  • there are (at least) two subjects who, through their action, influence one another
    e.g. Η Μαρία και η Καίτη τσακώνονται. (=Maria and Katy are fighting with each other.)

The majority of active Greek verbs can be constructed in the Passive voice, even though exceptions are not rare:

  • verbs used only in the Active voice:πηγαίνω =go, τρέχω =run, ζω =live, ξυπνώ =wake up, υπάρχω =exist, πεινώ =be hungry, νυστάζω =be drowsy, etc;
  • verbs used only in the Passive voice:έρχομαι =come, αισθάνομαι =feel, δέχομαι =accept, θυμάμαι =remember, εύχομαι =wish, σέβομαι =respect, σκέφτομαι =think, etc

Let us see how a simple Active verb will turn into Passive:

The ending that characterizes the Passive voice in the Present tense is -μαι (-ομαι or –ιέμαι, depending on whether the active verb is stressed on the ultimate or not):

λύν-ω –> λύν-ομαι (untie –> be untied)
χτυπ-ώ –> χτυπ-ιέμαι (hit, knock –> be hit)
κιν-ώ –> κιν-ούμαι (move, –> move, v.intr.)
 – //-   –> κοιμ-άμαι (sleep)

The tenses are formed as follows (first person singular) :

Present λύν-ομαι
Past Continuous λυν-όμουν
Simple Past  λύ-θ-ηκα
Future Continuous θα λύν-ομαι
θα χτυπ-ιέμαι
θα κιν-ούμαι
θα θυμ-άμαι
Simple Future  θα λυ-θ-ώ
θα χτυπ-ηθ-ώ
θα κιν-ηθ-ώ
θα θυμ-ηθ-ώ
Present Perfect έχω λυ-θ-εί
έχω χτυπ-ηθ-εί
έχω κιν-ηθ-εί
έχω θυμ-ηθ-εί
Past Perfect είχα λυ-θ-εί
είχα χτυπ-ηθ-εί
είχα κιν-ηθ-εί
είχα θυμ-ηθ-εί
Future Perfect θα έχω λυ-θ-εί
θα έχω χτυπ-ηθ-εί
θα έχω κιν-ηθ-εί
θα έχω θυμ-ηθ-εί

Just like the theme of the Active Simple Past changes and ends in –σ-,
the Passive Simple Past is distinguished by a characteristic –θ– or –ηθ-.
Sometimes, instead of the -θ- (which is deemed somehow ‘archaic’ for some verbs), –τ– is used, as in:
στολίζ-ω –> στολίζ-ομαι –> στολί-σ-τηκα (=adorned myself)
κρύβ-ω –> κρύβ-ομαι –> κρύ-φ-τηκα (=hid myself)

We also see that the differences in the declension lie mainly in the Present and in the Future Continuous (formed after the Present) tenses, while all other tenses are identical for all variations in the endings of the verbs.

Let us explore the declension of a Greek verb in the Passive voice:


a. verbs in -ω –> -ομαι

Singular Plural
εγώ λύν-ομαι εμείς λυν-όμαστε
εσύ λύν-εσαι εσείς λύν-εστε
αυτός λύν-εται αυτοί λύν-ονται

b. Verbs in -ώ –> -ιέμαι

Singular  Plural
εγώ χτυπ-ιέμαι εμείς χτυπ-ιόμαστε
εσύ χτυπ-ιέσαι εσείς χτυπ-ιέστε
αυτός χτυπ-ιέται αυτοί χτυπ-ιούνται

c. Verbs in -ώ –> -ούμαι

Singular Plural
εγώ κιν-ούμαι εμείς κιν-ούμαστε
εσύ κιν-είσαι εσείς κιν-είστε
αυτός κιν-είται αυτοί κιν-ούνται

d. Verbs in –άμαι

Singular Plural
εγώ κοιμ-άμαι εμείς κοιμ-όμαστε
εσύ κοιμ-άσαι εσείς κοιμ-άστε
αυτός κοιμ-άται αυτοί κοιμ-ούνται

Past Continuous

Singular Plural
εγώ λυν-όμουν εμείς λυν-όμασταν
εσύ λυν-όσουν εσείς λυν-όσασταν
αυτός λυν-όταν αυτοί λύν-ονταν

Simple Past

Singular Plural
εγώ λύ-θ-ηκα εμείς λυ-θ-ήκαμε
εσύ λύ-θ-ηκες εσείς λυ-θ-ήκατε
αυτός λύ-θ-ηκε αυτοί λύ-θ-ηκαν

Simple Future

Singular Plural
θα λυ-θ-ώ θα λυ-θ-ούμε
θα λυ-θ-είς θα λυ-θ-είτε
θα λυ-θ-εί θα λυ-θ-ούν

As for the Future Continuous, this one’s modeled after the Present (only the future particle ‘θα’ is added).

The Perfect tenses, on the other hand, rely on the basic construction

auxiliary verb ‘έχω’ (in present/past/future) +  Past infinitive*
(*this one also based on the Simple Past theme)
έχω λυθεί – είχα λυθεί – θα έχω λυθεί



Choose the right form of the verb to fill the blanks:

1. Η Μαρία (ντύνω) ______________ γρήγορα και (πάω) _________στο πάρτι.
a. ντύνεις, πηγαίνει b. έντυσε, πήγε c. ντύθηκε, πήγε  d. ντύθηκε, πήγαινε

2.  (Θυμάμαι) _____________ να μου (φέρνω) ____________ τα περιοδικά;
a. θυμάσαι, έφερες b. θα θυμηθείς, φέρνεις c. θυμήθηκες, φέρεις d. θα έχεις θυμηθεί, φέρεις

3. (Διαβάζω) __________ τρία κεφάλαια από το βιβλίο και μετά (κοιμάμαι) ___________.
a. διαβάζουμε, κοιμόμαστε b. διαβάζεις, θα κοιμηθείς c. διάβασα, θα έχω κοιμηθεί d. διάβασα, κοιμήθηκα

4. Το σπίτι που (χτίζω) ____________ ο Αντρέας στην όχθη της λίμνης (γεμίζω) __________ υγρασία γρήγορα.
a. έχτισε, θα γεμίσει b. χτίζει, γέμισε  c. χτίζεται, γεμίζει  d. θα χτίσει, θα γεμίζεται


Key to the exercises:

1. Η Μαρία ντύθηκε γρήγορα και πήγε στο πάρτι.
2. Θυμήθηκες να μου φέρεις τα περιοδικά;
3. Διάβασα τρία κεφάλαια από το βιβλίο και μετά κοιμήθηκα.
4. Tο σπίτι που έχτισε ο Αντρέας στην όχθη της λίμνης θα γεμίσει υγρασία γρήγορα.


Lesson 17: More Greek Prepositions

Besides those Prepositions of modern Greek language that we learned in Lesson 16, there are also some Prepositions coming from ancient Greek. These are rarely or never used alone in a sentence — most usually, they are added to words or word roots in order to form new meanings, more or less relevant.

Knowing these ancient (“scholarly”) Prepositions and their original meaning will help us have a better understanding of the words they’re used in — in other words, they are very helpful for Greek vocabulary learning, as they are employed in a great number of Greek words.

Some of their basic meanings are:

1. ανά up, upwards, on
throughout, along
2. διά through, via
by way of
split into
3. εκ from
4. εν in, at, within
5. επί on, upon
6. περί around, about
7. προ before
8. συν plus
9. υπέρ for, in favor of
10. υπό below, under

Examples of “scholarly” (“archaic”) Prepositions
as  used in the production of words and in standard phrases

  1. ανά
    – διάρθρωση (n.) = structure –> ανα + διάρθρωση = re-structure
    – βαίνω ( = go, wend –> ανα + βάτης (n.) = rider, jockey (= the one who goes on a horse, bike, etc)
    – “ανά την υφήλιο” = throughout the globe/world
  2. διά
    – γωνία (n.) = corner –> δια + γώνιος (n., adj.) = diagonal (= from one corner to the other)
    διαίρεση (n.) = division
  3. εκ
    – φράση (n.) = sentence, something that is told/uttered –> εκ + φράζω ( = express
    – βάλλω ( = project, shoot –> εκ + βάλλω = expel, exhude
  4. εν
    – έργο (n.) = work, project –> εν + έργεια (n.) = action
    – τόπος (n.) = place –> εν + τοπίζω ( = locate
  5. επί
    – όρκος (n.) = oath –> επί + ορκος (adj.) = he who has broken (stepped on) an oath
    – δεξιός (adj.) = right (as opp. to ‘left’) –> επι + δέξιος = skillful (no, we have nothing against left-handed people!)
    – “τρία επί τέσσερα” = three times four
  6. περί
    – πατώ ( = step (on) –> περί + πατος = promenade (stepping / walking around)
    – βλέπω ( = see –> περί + βλεπτος = someone who is visible to / seen by / worth to be seen by anyone
    – “περί ανέμων και υδάτων” = of cabbages and kings (literally, “of winds and waters”)
  7.  προ
    – διάθεση (n.) = mood, disposition –> προ + διάθεση = predisposition, vocation
    – ηγούμαι (v.intr.) = lead –> προ + ηγούμενος (adj.) =  previous
    – “προ Χριστού” (π.Χ.) = before Christ, BC
  8. συν
    – γένος (n.) = line, breed –> (συν)* συγ + γενής (n.) = relative
    –  υπάρχω (v.intr.) = exist –> συν + υπάρχω (v.intr.) = coexist
    – “ένα συν δύο” = one plus two
  9. υπέρ
    – ισχύς (n.) = strength, power –> υπερ + ισχύω (v.intr.) = prevail, override
    – διπλός (adj.) = double –> υπέρ + διπλος (adj.) = king-size (bed)
    – “ψήφισα υπέρ του κόμματος Χ” = I voted for X party
  10. υπό
    – γη (n.) = ground, earth –> υπό + γειος (adj.) = underground
    – χρέος (n.) = debt, duty –> υπο + χρεώνω ( = force, compel
    – “τρεις βαθμοί υπό το μηδέν” = three degrees below zero

In the production of words, some  of the above prepositions are affected by the initial letter of the word they are added to. In particular:

  • διά, επί, υπό: they lose their final vowel before a word that starts with a vowel (διέλευση, επανάσταση, υπαρχηγός)
  • εκ: becomes εξ before a word that starts with a vowel (εξηγώ, εξαιρετικός)
  • εν, συν: their final -ν- is changed as follows:
    + word starting from π, β, φ –> -ν- becomes –μ– (εμπαθής, συμβαίνει)
    + word starting from κ, γ, χ –> -ν- becomes –γ– (εγγραφή, συγγενής)
    + word starting from ν, μ, λ, ρ, σ –> -ν- becomes whatever letter follows (σύννεφο, έμμεσος, σύλλογος, έρρινος, σύσσωμος)
    – συν becomes συ (loses the final -ν-) when followed by a word starting from ζ, ξ, σκ, σπ, στ (σύζυγος, σύξυλος, σύσκεψη)

Also: Some words starting with –o– (ομαλός, όνομα, όροφος, όλεθρος, ορυχείο, οδύνη) turn this -ο- into –ω– when preceded by a preposition (ανώμαλος, επώνυμο, διώροφος, πανωλεθρία, χρυσωρυχείο, επώδυνος).

One more thing to retain, that will make remembering prepositions a little easier: as we have seen in the examples above, some Greek prepositions are very similar to their respective English particles (prefixes), as in

  • diagonal (διά)
  • expel (εκ)
  • predisposition (προ) 

while some others have an exact equivalent, as in

  • coexist (συν, from the equivalent Latin prefix)
  • override (υπέρ)



Lesson 16: Prepositions of the Greek Language

Today we will devote our lesson to the Prepositions of the Greek language. We will learn

  • which are the Prepositions,
  • their meaning,
  • the construction (syntax) of prepositional phrases.

Prepositions are the little undeclinable words that are placed before nouns or adverbs, and express place, manner, time, cause, amount, etc.

Prepositions are an all-important part of speech, because they help us understand the relation between words of a phrase. Furthermore, they are widely used to form a major part of Greek vocabulary, as they precede simple words and, subsequently, modify them by superposing additional layers of meaning.

Table of Greek Prepositions & their meanings

1. αντί instead of preference
2. από a.from
c.than / to
a. starting point,
origin, moving
away from
d. cause, agent
3. για a.for
a. cause, duration
b.destination, purpose
c. reference
4. δίχως without lack, exception
5.εξαιτίας because of cause of negative developments
6. ίσαμε until,
up to
place, time, amount
7. κατά a.against
c.the person judging
d.approximate amount
8. με a.with
d.equality, similarity
9. μετά a.after
a.time, sequence
b.accompaniment, manner
10. μέχρι until,
up to
time, place, amount
11. παρά a.despite
b.minus, to
b.amount (a little less)
12. πριν before place, time
13. προς to, towards place, destination, time
14. σε, reference
b.time, outcome
c.(indirect object)
15. χωρίς without lack, exception, manner
16. ως (έως) until time, place

As a general rule, prepositions are followed by the noun (or nominal phrase) in the accusative case — in rarest occasions, the noun is in the genitive case.

Examples of phrases using the above Prepositions:

1. αντί Πίνω κρασί αντί για νερό.
I drink wine instead of water.
2. από α. Θα φύγουμε από την Αθήνα νωρίς αύριο το πρωί. /Κατάγομαι από την Κέρκυρα.
We’ll leave from Athens early tomorrow morning. / I come from Corfu.

β. Η Καίτη χόρευε από το βράδυ ως το πρωί.
Katy danced from evening ‘til morning.

γ. Προτιμώ το τυρί φέτα από το καμαμπέρ.
I prefer feta cheese to camember.

δ. Η ζημιά έγινε από τους εργάτες της διπλανής πολυκατοικίας.
The damage was done by the workers of the adjacent apartment building.

3. για α. Θα λείψω για τρεις ώρες. / Δικάστηκε για φόνο.
I’ll be absent for three hours. / He was tried for murder.

β. Ο Κώστας έφυγε για το χωριό του. / Πάω για ψάρεμα.
Costas left for his village. / I’m going (for) fishing.

γ. Μας μίλησε για τα νιάτα του.
He told us about his youth.

4. δίχως Τι να την κάνω τη ζωή δίχως την αγάπη σου;
What will I do with my life without your love? (!!)
5.εξαιτίας Ο Πέτρος σκόνταψε εξαιτίας μιας πέτρας.
Petros tripped because of a stone.
6. ίσαμε α. Θα πάω ίσαμε το λιμάνι και θα γυρίσω.
I’ll go (up) to the port and I’ll be back.

β. Θα περιμένω ίσαμε τις τρεις ΄ αν δεν έλθεις, θα φύγω.
I’ll wait until three o’clock; if you don’t come, I’ll go.

γ. Γέμισε το ποτήρι ίσαμε τα χείλη.
He filled the glass up to the rim.

7. κατά α. Οι πολίτες έκαναν μήνυση κατά του Δήμου.
The citizens turned against (sued) the Municipality.

β. Κατά τη διάρκεια της τελετής, δεν ακούστηκε ούτε ψίθυρος.
During the ceremony, not one whisper was heard.

γ. Κατά την άποψή μου, δεν είχες δίκιο.
According to (In) my opinion, you weren’t in the right.

δ. Θα είμαι εδώ κατά τις πέντε το απόγευμα.
I’ll be here at about five in the afternoon.

8. με α. Η Μαρία κάθεται με την Αλεξία στο μπροστινό θρανίο.
Maria is sitting with Alexia at the front desk.

β. Αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με ψυχραιμία.
We face difficulties with calm (calmly).

γ. Θα κουρέψω τον σκύλο με το ψαλίδι.
I’ll cut the dog’s hair with the scissors.

δ. Ο Θωμάς είναι το ίδιο ωραίος με τον Κυριάκο.
Thomas is as handsome as Kyriacos.

9. μετά α. Μετά από σένα, βγαίνει στη σκηνή η Μαρία.
After you, Maria gets on stage.

β. Μετά βαΐων και κλάδων. (learned, fixed expression)
With palm branches (as when Jesus entered Jerusalem)

10. μέχρι α. Μέχρι να πάψεις να κλαις, δεν έχουμε να συζητήσουμε τίποτα.
Until you stop crying, we have nothing to discuss.

β. Θα είμαι εδώ μέχρι τις οκτώ το βράδυ.
I’ll be here until eight in the evening.

γ. Ρίξε νερό μέχρι την κόκκινη κουκίδα.
Pour water up to the red spot.

11. παρά α. Παρά τη δυνατή βροχή, η Κατερίνα ήρθε στην ώρα της.
Despite strong rain, Katerina came on time.

β. Η ώρα είναι οκτώ παρά τέταρτο. / Έχω τρία ευρώ παρά πέντε λεπτά.
It’s a quarter to eight. / I have three euros minus five cents.

12. πριν Η Ελένη ήρθε πριν από τον Ευγένιο. / Θα σταματήσεις πέντε βήματα πριν από τον τοίχο.
Helene came before Eugene. / You will stop five steps before the wall.
13. προς Το αυτοκίνητο πηγαίνει προς την Πάτρα ΄ να σας πάρουμε μαζί; / Ο άντρας κοιτούσε προς το βουνό. / Θα συναντηθούμε προς το βράδυ.
The car goes to Patras; shall we take you along? / The man was staring towards the mountain. / We’ll meet towards the evening.
14. σε α. Φέτος θα πάμε σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο. / Πηγαίνω στο (σε + το) βουνό κάθε Χριστούγεννα.
This year we’ll go to a coastal resort. / I go to the mountain every Christmas.

β. Θα τα πούμε σε δέκα λεπτά. / Το πιάτο έσπασε σε τρία κομμάτια.
We’ll talk in ten minutes. / The plate broke in three pieces.

γ. Έδωσα το βιβλίο στον (σε + τον) Αντρέα.
I gave the book to Andreas.

15. χωρίς Δεν γίνεται ομελέτα χωρίς να σπάσουμε αυγά. / Τρώω τη σαλάτα μου χωρίς ξίδι. / Προσπάθησε να τελειώσεις τη μελέτη σου χωρίς να κουραστείς πολύ.
You can’t have an omelet without breaking eggs. / I eat my salad without vinegar. / Try to finish your homework without getting too tired.
16. ως (έως) Μείναμε ξύπνιοι ως το πρωί. / Η Σοφία πήγε ως το ταχυδρομείο.
We stayed awake until the morning. / Sophia went (up) to the post office.

But this is not all!

In this lesson, we learned modern Greek prepositions, their meaning as they are used in Greek phrases.

In the next lesson, we will learn the so-called ‘arcaic’ Greek prepositions. These are not used on their own in sentences anymore, but they help form the words of the Greek vocabulary.

Lesson 15: Adjectives, Numerals, Pronouns in Greek

In this post, we’re going to wrap up the chapters on

  • Adjective comparison,
  • Numerals,
  • Pronouns,
in order to move on to entirely new grounds in our next lesson.


I. Adjectives: Degrees of Comparison

In Lesson 9, we talked about the degrees of comparison of Greek adjectives, and we examined those which are formed in a regular manner. Yet, there are also some which are irregular, and now we’re going to see in what their irregularity consists.

a. Greek adjectives whose Comparative and Superlative degrees are not based on the endings (or even on the roots) of the Positive degree. The most common of these are:

Positive Comparative Superlative
καλ- ός
καλύτερ- ος κάλλιστ- ος, or
άριστ- ος
κακ- ός
χειρότερ- ος κάκιστ- ος, or
χείριστ- ος
πολ- ύς
(much, many)
περισσότερ- ος πλείστ- ος
λίγ- ος
(few, scant)
λιγότερ- ος ελάχιστ- ος
μεγάλ- ος
μεγαλύτερ- ος μέγιστ- ος
μικρ- ός
(small, little)
μικρότερ- ος ελάχιστ- ος
απλ- ός
απλούστερ- ος απλούστατ- ος

All the above are also declined in the Feminine and Neutral forms, like normal adjectives do. See Lesson 5 and Lesson 6 for details.

b. There are also some adjectives that do not form a Comparative and a Superlative degree — i.e. they only have a Positive degree. These are adjectives expressing:

  • material from which something is made: ξύλινος (wooden), σιδερένιος (iron),
  • origin / parentage: πατρικός (paternal), ελληνικός (Greek),
  • place from where something comes from or belongs to: ορεινός (mountainous), θαλασσινός (marine),
  • time in which something occurs: πρωινός (matinal), καλοκαιρινός (aestival), αιώνιος (eternal),
  • color: κόκκινος (red), κίτρινος (yellow).

II. Numerals

We have learned numbers up to one hundred (100). But we have a long way to go on our way to infinity.

Number Cardinal Ordinal
101 εκατόν ένα εκατοστός πρώτος
150 εκατόν πενήντα εκατοστός πεντηκοστός
200 διακόσια διακοσιοστός
300 τριακόσια τριακοσιοστός
400 τετρακόσια τετρακοσιοστός
500 πεντακόσια πεντακοσιοστός
600 εξακόσια εξακοσιοστός
700 επτακόσια επτακοσιοστός
800 οκτακόσια οκτακοσιοστός
900 εννιακόσια εννιακοσιοστός
1,000 χίλια χιλιοστός
1,001 χίλια ένα χιλιοστός πρώτος
1,100 χίλια εκατό χιλιοστός εκατοστός
2,000 δύο χιλιάδες δισχιλιοστός
10,000 δέκα χιλιάδες δεκαχιλιοστός
1,000,000 ένα εκατομμύριο εκατομμυριοστός
2,000,000 δύο εκατομμύρια δις εκατομμυριοστός
3,000,000 τρία εκατομμύρια τρις εκατομμυριοστός
4,000,000 τέσσερα εκατομμύρια τετράκις εκατομμυριοστός
10,000,000 δέκα εκατομμύρια δεκάκις εκατομμυριοστός
1,000,000,000 ένα δισεκατομμύριο δισεκατομμυριοστός
2,000,000,000 δύο δισεκατομμύρια δις δισεκατομμυριοστός
3,000,000,000 τρία δισεκατομμύρια τρις τρισεκατομμυριοστός
4,000,000,000 τέσσερα δισεκατομμύρια τετράκις δισεκατομμυριοστός
1,000,000,000,000 ένα τρισεκατομμύριο τρισεκατομμυριοστός

Yep, I said Greek is not very difficult — but, really, are you absolutely certain that you know all numerals in English? (ok, just teasing you…)

Other types of numerals:

They show of how many parts something is comprised:

απλός, απλή, απλό   –> simple
διπλός, διπλή, διπλό –> double
τριπλός                       –> triple
τετραπλός                  –> quadruple
πενταπλός                 –> quintuple

or how many times something is bigger than something else:

διπλάσιος, διπλάσια, διπλάσιο         –> twofold
τριπλάσιος, τριπλάσια, τριπλάσιο  –> threefold
τετραπλάσιος                                      –> fourfold
πενταπλάσιος                                      –> fivefold
δεκαπλάσιος                                         –> tenfold
εκατονταπλάσιος                                –> hundredfold

Of course, we have the adjective “half“: μισός, μισή, μισό

…and we shouldn’t forget that the numbers 1, 3, 4 are also declined:

Masculine Feminine Neutral
Nominative ένας μία (μια) ένα
Possessive ενός μίας (μιας) ενός
Accusative ένα(ν) μία (μια) ένα


Masculine Feminine Neutral
Nominative τρεις τρεις τρία
Possessive τριών τριών τριών
Accusative τρεις τρεις τρία


Masculine Feminine Neutral
Nominative τέσσερις τέσσερις τέσσερα
Possessive τεσσάρων τεσσάρων τεσσάρων
Accusative τέσσερις τέσσερις τέσσερα


ΙΙΙ. Pronouns

Having studied most of the pronouns, we will now learn about three more types:

a. Intensive pronouns
These are:

  • ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο (=myself, yourself, etc — as in:  I did it myself, Το έκανα ο ίδιος / She paid him herself, Τον πλήρωσε η ίδια)
  • μόνος, μόνη, μόνο + μου / σου / του / της etc (=alone, as in: I went there alone, Πήγα εκεί μόνος μου / She ate it alone, Το έφαγε μόνη της), where the possessive pronoun has to agree in gender, number and case with the person referred to by the adjective μόνος, μόνη, μόνο)
b. Interrogative pronouns
  • ποιος, ποια, ποιο (=who?), [plural: ποιοι, ποιες, ποια]
  • πόσος, πόση, πόσο (=how much / many?)
  • τι (=what?), which is not declined

c. Indefinite pronouns

  • ένας, μία, ένα
  • κανένας (κανείς), καμία, κανένα (=no one, none)
  • καθένας, καθεμία, καθένα (=anybody, anything)
  • κάποιος, κάποια, κάποιο (=somebody)
  • κάμποσος, κάμποση, κάμποσο (=enough, quite a few)
  • άλλος, άλλη, άλλο (=other)
  • μερικοί, μερικές, μερικά (=some)



1. Complete the table with the appropriate numerals:

Cardinal Ordinal

2. Translate the following sentences:

Maria took her purse (= η τσάντα) and went for diner (=το δείπνο, το φαγητό).

The phone rang and Lynn ran (=τρέχω) to pick it up (=σηκώνω).

Give me half your apple (= το μήλο), and take this bottle (= το μπουκάλι).

— —

Key to the exercises:


1,452 –> χίλια τετρακόσια πενήντα δύο
.                χιλιοστός τετρακοσιοστός πεντηκοστός δεύτερος
333 –> τριακόσια τριάντα τρία
.             τριακοσιοστός τριακοστός τρίτος
6,084 –> έξι χιλιάδες ογδόντα τέσσερις
.                 εξάκις χιλιοστός ογδοηκοστός τέταρτος
3,105,814 –> τρία εκατομμύρια εκατόν πενήντα χιλιάδες οκτακόσια
.                        τρις εκατομμυριοστός εκατονπεντηκοστάκις χιλιοστός οκτακοσιοστός δέκατος τέταρτος
2,012 –> δύο χιλιάδες δώδεκα
.                δις χιλιοστός δωδέκατος
67 –> εξήντα επτά
.           εξηκοστός έβδομος
20,511 –> είκοσι χιλιάδες πεντακόσια έντεκα
.                   εικοσάκις χιλιοστός πεντακοσιοστός ενδέκατος

Η Μαρία πήρε την τσάντα της και πήγε για φαγητό.

Το τηλέφωνο χτύπησε Tκαι η Λιν έτρεξε να το σηκώσει.

Δώσε μοτ το μισό σου μήλο και πάρε αυτό το μπουκάλι.


Lesson 14: Greek verbs, Active voice, Revision


In order to close the chapter on the Active voice of Greek verbs, today we shall examine

  • the Auxiliary verbs ‘to be’ (είμαι) and ‘to have’ (έχω) in the remaining tenses and modes,
  • the Impersonal verbs, and
  • some Irregular verbs.
Then, we shall proceed to a brief recapitulation (revision) of what we have learnt up to now regarding the conjugation of verbs, so that we’ll be ready to get into the Passive voice in our next lessons.


I. Auxiliary verbs

In Greek, auxiliary verbs are what we call ‘defective’, meaning that they cannot be conjugated in all tenses.

a) είμαι

We have already seen how the verb is conjugated in the Present tense. Let’s see some more of it.


Singular Plural
εγώ ήμουν εμείς ήμασταν
εσύ ήσουν εσείς ήσασταν
αυτός ήταν αυτοί ήταν


Singular Plural
θα είμαι θα είμαστε
θα είσαι θα είστε
θα είναι θα είναι

Imperative: No Imperative in modern Greek for verb ‘to be’

Participle (Present): όντας


b) έχω


Singular  Plural
εγώ είχα εμείς είχαμε
εσύ είχες εσείς είχατε
αυτός είχε αυτοί είχαν


Singular Plural
θα έχω θα έχουμε
θα έχεις θα έχετε
θα έχει θα έχουν


Singular Plural
(εσύ) έχε (εσείς) έχετε

 Participle (Present):  έχοντας


ΙΙ. Impersonal verbs

These are verbs that are formed only in the 3rd person, singular, having no person or thing as subject. They usually are:

  • πρέπει (=must), πρόκειται (~about to), συμφέρει (=be in one’s interest), etc
  • verbs referring to meteorological phenomena: βρέχει (=it’s raining), χιονίζει (=it’s snowing), φυσά (=it’s windy), etc. In other circumstances, these verbs are personal (e.g. Εγώ φυσώ το κερί = I’m blowing the candle).
III. Irregular verbs
These verbs form the various moods of Simple Past in their own, unique way. Let’s see some of them:
Present Simple Past, Indicative SP, Subjunctive SP, Imperative
ανέβηκα να ανεβώ ανέβα, ανεβείτε
βγήκα να βγω βγες, βγείτε
είδα να δω δες, δείτε
βρήκα να βρω βρες, βρείτε
έβαλα να βάλω βάλε, βάλ(ε)τε
ήρθα (ήλθα) να έρθω (να έλθω) έλα, ελάτε
έδωσα να δώσω δώσε, δώσ(ε)τε
είπα να πω πες, πείτε
έμαθα να μάθω μάθε, μάθετε
μπόρεσα να μπορέσω
πήγα να πάω πήγαινε, πηγαίνετε
ήπια να πιω πιες, πιείτε
πήρα να πάρω πάρε, πάρ(ε)τε
έφυγα να φύγω φύγε, φύγετε


Let’s sum up what we’ve learnt so far regarding Greek verbs:

First of all, the auxiliary verbs to be and to have (Present, Indicative); the rest of the tenses can be found in today’s post.

Then, we studied the Active voice of verbs.
Starting with the Indicative mode, we examined the following tenses:

After the Indicative, we examined the
We also learned about the 
that will help us form Subordinate phrases and have a better understanding of the Subjunctive mode.


Put the verbs in brackets in the correct form (mode, tense, person):

Η Μαρία (είμαι) ____________ πολύ κουρασμένη για να (ανεβαίνω) ________ τα σκαλιά.
Maria is too tired to climb the stairs.

Ο Νίκος (θέλω) ________ να (ξαπλώνω) ____________ , αλλά η μικρή του αδελφή (φωνάζω) ________ στον κήπο.
Nikos wanted to lie down, but his little sister was yelling at the garden.

Αύριο (πηγαίνω) _________________ στη θάλασσα, τι (λέω) _________ , (έρχομαι) _____________ μαζί μας;
Tomorrow we’ll go to the beach, what do you say, are you coming with us?

Πού (είμαι) _____________ ο αδελφός σου; Πρέπει να (δίνω) ______________ εξετάσεις την άλλη βδομάδα και δεν (διαβάζω) ________________ τίποτα ακόμα.
Where is your brother? He must pass his exams next week, and he hasn’t studied anything yet.

Key to the exercise

– είναι / ανεβεί

– ήθελε / ξαπλώσει / φώναζε

– θα πάμε / λες / θα έλθεις (έρχεσαι)

– είναι / δώσει / έχει διαβάσει



Lesson 13: Greek verbs

In this lesson, we will complete our exploration into the forms of the Active voice of verbs by learning about

  • the Subjunctive mode
  • the Imperative mode, and
  • the Participle.


Verb Declension – Active voice

Subjunctive mode: While Indicative is the mode of the “real”, of what is (or was, or will be) actually happening, Subjunctive expresses a potentiality, a wish, wonder, etc.

Verbs are preceded by “να“, “για να“, “αν“, “μη(ν)/μήπως“, “όποτε” and other conjunctions (see Lesson 12 for a comprehensive list and their meanings), as well as the language particle “ας” (=let’s), the adverb “ίσως” (=perhaps), etc.

The Subjunctive has three tenses:

The Present and Present Perfect are formed as in the Indicative with only the addition of the appropriate conjunction, particle or adverb before the verb. For example:

Subjunctive, Present 

εγώ να γράφω εμείς να γράφουμε
εσύ να γράφεις εσείς να γράφετε
αυτός να γράφει αυτοί να γράφουν


Subjunctive, Present Perfect

εγώ να έχω γράψει εμείς να έχουμε γράψει
εσύ να έχεις γράψει εσείς να έχετε γράψει
αυτός να έχει γράψει αυτοί να έχουν γράψει

The Simple Past is formed on its own theme, in the likeness of the Simple Future, Indicative:

Subjunctive, Simple Past

εγώ να γράψω εμείς να γράψουμε
εσύ να γράψεις εσείς να γράψετε
αυτός να γράψει αυτοί να γράψουν


As for the Imperative mode, it includes only two tenses:

Imperative, Present

1rst person
2nd person γράφ –ε γράφ –ετε
3rd person

Imperative, Simple Past

1rst person
2nd person γράψ –ε γράψ –τε
3rd person

As you can see, the ending of the 2nd person in the plural number is formed without an –ε– .

Verbs  like αγαπώ (love) and ωφελώ (benefit), ending in a stressed syllable (-ώ-), form the Imperative as follows:

Imperative, Present

1rst person
2nd person αγάπ –α αγαπ –άτε
3rd person


1rst person
2nd person (ωφέλ –ει) ωφελ –είτε
3rd person

Imperative, Simple Past

1rst person
2nd person αγάπ –ησε αγαπ –ήστε
3rd person
1rst person
2nd person ωφέλ –ησε ωφελ –ήστε
3rd person

…And last, but not least, the Participle:

In the Active voice, the participle expresses manner — e.g.
Πήγα στο σπίτι τρέχοντας. (I went home running.)

It is formed only in the Present tense by combining the root of the verb/word and the ending
-οντας  or -ώντας.

If we would care to see some examples,

ντύν-ω –> ντύνοντας
μαγειρ-εύω –> μαγειρεύοντας
αγαπ-ώ –> αγαπώντας
σκουπ-ίζω –> σκουπίζοντας
νικ-ώ –> νικώντας 

we would notice that

  • when the ending of the verb is not stressed (-ω), we use the form –οντας
  • if, on the other hand, we’re referring to a verb stressed at the ending syllable (-ώ), then we use the form –ώντας of the participle.

There is another type of Active participle, which we rarely use in Modern Greek. It is formed by the root of the verb and the suffixes -ων, -ουσα, -ον, as in

ενδιαφέρω (Ι present an interest to) which becomes:
ο ενδιαφέρων, η ενδιαφέρουσα, το ενδιαφέρον (=interesting)

This type was more common in Ancient Greek; it is called an adjectival participle and it is usually referred to (and inflected) as an adjective.




(a) Following the example, find the Subjunctive, Imperative and Present Participle of the verbs:

ακούω –> να ακούω, να ακούσω, να έχω ακούσει // άκουγε, άκου // ακούγοντας

πηγαίνω, βλέπω, λέω, φτάνω, γράφω, διαβάζω, αρχίζω, λείπω, τελειώνω

αγαπώ –> να αγαπώ, να αγαπήσω, να έχω αγαπήσει // αγάπα // αγαπώντας

νικώ, πετώ, πηδώ, κοιτώ, κρατώ, πονώ, πεινώ, βοηθώ, λειτουργώ, χρησιμοποιώ, καλώ, ωφελώ

(b) Why not decline the verbs?


Key to the exercise:

πηγαίνω –> να πηγαίνω, να πάω, να έχω πάει // πήγαινε // πηγαίνοντας

βλέπω –> να βλέπω, να δω, να έχω δει // βλέπε, δες // βλέποντας

λέω –> να λέω, να πω, να έχω πει // λέγε, πες // λέγοντας

φτάνω –> να φτάνω, να φτάσω, να έχω φτάσει // φτάνε, φτάσε

γράφω –> να γράφω, να γράψω, να έχω γράψει // γράφε, γράψε // γράφοντας

διαβάζω –> να διαβάζω, να διαβάσω, να έχω διαβάσει // διάβαζε, διάβασε // διαβάζοντας

αρχίζω –> να αρχίζω, να αρχίσω, να έχω αρχίσει // άρχιζε, άρχισε // αρχίζοντας

λείπω –> να λείπω, να λείψω, να έχω λείψει // λείπε, λείψε // λείποντας

τελειώνω –> να τελειώνω, να τελειώσω, να έχω τελειώσει // τελείωνε, τελείωσε // τελειώνοντας

νικώ –> να νικώ, να νικήσω, να έχω νικήσει // νίκα // νικώντας

πετώ –> να πετώ, να πετάξω, να έχω πετάξει // πέτα // πετώντας

πηδώ –> να πηδώ, να πηδήξω, να έχω πηδήξει // πήδα // πηδώντας

κοιτώ –> να κοιτώ, να κοιτάξω, να έχω κοιτάξει // κοίτα // κοιτώντας

κρατώ –> να κρατώ, να κρατήσω, να έχω κρατήσει // κράτα // κρατώντας

πονώ –> να πονώ, να πονέσω, να έχω πονέσει // πόνα // πονώντας

πεινώ –> να πεινώ, να πεινάσω, να έχω πεινάσει // πείνα // πεινώντας

βοηθώ –> να βοηθώ, να βοηθήσω, να έχω βοηθήσει // βόηθα // βοηθώντας

λειτουργώ –> να λειτουργώ, να λειτουργήσω, να έχω λειτουργήσει // λειτούργησε // λειτουργώντας

χρησιμοποιώ –> να χρησιμοποιώ, να χρησιμοποιήσω, να έχω χρησιμοποιήσει // χρησιμοποίησε // χρησιμοποιώντας

καλώ –> να καλώ, να καλέσω, να έχω καλέσει // κάλεσε // καλώντας

ωφελώ –> να ωφελώ, να ωφελήσω, να έχω ωφελήσει // ωφέλησε // ωφελώντας

Lesson 12: Conjunctions, Relative Pronouns & Subordinate Sentences

In this lesson we will enter a new, exciting area of Greek language: we will learn how to join sentences and create more complex meaning, denoting purpose, doubt, conclusion, etc.

We will learn the special words (conjunctions and pronouns) that we must use in order to accomplish this, grouped according to their function/role, and we will practice in the formation of various complex phrases.


1. Conjunctions

Conjunctions are the non-declinable words that unite words or sentences.

In Greek, there are various types of conjunctions, depending on the function they fulfil:

a. Coordinating Conjunctions: they correlate words, phrases or senteces. As a general rule, these conjunctions join elements having equal relationships, i.e. objects to objects, qualitative adjectives to qualitative adjectives, principal sentence to principal sentence, etc.

The most usual coordinating conjunctions are:

και* (and),
ούτε (nor, neither)

ή (or),
είτε (or, either),

αλλά, μα, όμως (all three meaning but)
ωστόσο (nevertheless)
ενώ (whereas),
αν και (although)

* in front of a word beginning with a vowel, και can take the form of κι for euphony reasons (e.g. εκείνος κι εκείνος, έχω μία αδελφή κι έναν αδελφό)


b. Subordinating Conjunctions: This type is used to join a subordinate sentence to a principal one. There are various types of subordinating conjunctions, depending on the function they are supposed to fulfil:

  • Final: να (to), για να (in order to)
  • Causal: γιατί, διότι, επειδή (all three meaning because), αφού (since, now that)
  • Suppositive: εάν, αν, άμα (if)
  • Conclusive: άρα, λοιπόν, επομένως, ώστε (therefore)
  • Explanatory: δηλαδή (namely, that is)
  • “Specific”: ότι, πως (that)
  • Temporal: όταν (when), ενώ (while), αφού (after), καθώς (while), προτού (before), πριν / πριν να (before), μόλις (as soon as), ώσπου (until), ωσότου (until), όποτε (whenever, any time that)
  • Tentative: μη(ν), μήπως (lest)
  • Comparative: παρά (than)


2. Relative Pronouns

Relative pronouns introduce a subordinate sentence which refers to a particular word (usually a noun) of another (principal or subordinate) sentence. These are:

  • ο οποίος, η οποία, το οποίο (who, whose, whom, which)
  • όποιος, όποια, όποιο (whoever, …, whichever)
  • όσος, όση, όσο (as many/much as)
  • που (who, …, which)
  • ό,τι* (what, whatever)

*notice the comma which differentiates the relative pronoun ό,τι from the final conjunction ότι

The pronouns που and ό,τι are non-declinable.
The pronouns ο οποίος…, όποιος…, όσος… are declined normally as adjectives without a vocative case.
The pronouns όποιος…, όσος… can take on the suffix -δήποτε which enhances the value of -ever.
The non-declinable pronoun ό,τι can also take on the suffix -δήποτε, but in this case it loses the comma (οτιδήποτε)



A. Translate the following sentences in Greek:

  1. I want you to help me.
  2. Whatever you see here is his.
  3. We go to the movie theater in order to watch a movie.
  4. I hear that Maria will be absent tomorrow.
  5. When she finishes her book, she will go to her mother’s house in order to eat.

Key to the exercise:

  1. Θέλω να με βοηθήσεις.
  2. Ό,τι βλέπεις εδώ είναι δικό του.
  3. Πηγαίνουμε στον κινηματογράφο για να δούμε μία ταινία.
  4. Ακούω ότι η Μαρία θα λείψει αύριο.
  5. Όταν τελειώσει το βιβλίο της, θα πάει στο σπίτι της μητέρας της για να φάει.

Lesson 11: Greek Nouns, Final


In this lesson, we will learn the remaining tables of declension for Greek Nouns (Masculine, Feminine, Neutral)

This will be our final lesson on the declension of Nouns. We will learn some new ones & we’ll remember what we’ve learned up to now, with links to the respective pages.

1. Masculine Nouns

We have already learned how to decline masculine nouns ending in

Today we will learn how to decline Masculine Nouns in -έας (pl. -είς).

Singular Plural
Nom. o γραφ-έας (scribe) οι γραφ-είς
Gen. του γραφ-έα των γραφ-έων
Acc. το γραφ-έα τους γραφ-είς
Voc. – γραφ-έα γραφ-είς

Other nouns of the same group are:

ο ιερέας (priest)

ο γραμματέας (secretary)

ο αμφορέας (amphora)

ο συγγραφέας (writer, author)


2. Feminine Nouns

We’ve already learned how to decline feminine nouns ending in

To day we’ll learn two more paradigms:
Feminine Nouns in -ω and -ώ: They are mostly proper nouns (names of women), as well as a few common ones.

in -ω in -ώ
Nom. η Φρόσ-ω η Μυρτ-ώ
Gen. της Φρόσ-ως της Μυρτ-ώς
Acc. τη Φρόσ-ω τη Μυρτ-ώ
Voc. – Φρόσ-ω – Μυρτ-ώ

As is the case in English, proper names do not have a plural. Nevertheless, neither do common nouns of this group:

η ηχώ (echo)

η πειθώ (persuasion)

η φειδώ (thrift, frugality)

These nouns may also form the Genitive case in -ούς:
η ηχώ – της ηχούς
η πειθώ – της πειθούς
η φειδώ – της φειδούς

Feminine Nouns in -ος, plural -οι

a. Stressed on the ultimate:

Singular Plural
Nom. η οδ-ός (street) οι οδ-οί
Gen. της οδ-ού των οδ-ών
Acc. την οδ-ό τις οδ-ούς
Voc. (οδ-ό)  (οδ-οί)

b. Stressed on the penultimate:

Singular Plural
Nom. η λεωφό-ος (avenue) οι λεωφόρ-οι
Gen. της λεωφόρ-ου των λεωφόρ-ων
Acc. τη λεωφόρ-ο τις λεωφόρ-ους
Voc. (λεωφόρ-ο)  (λεωφόρ-οι)

c. Stressed on the antepenult:

Singular Plural
Nom. η είσοδ-ος (entrance) οι είσοδ-οι
Gen. της εισόδ-ου των εισόδ-ων
Acc. την είσοδ-ου τις εισόδ-ους
Voc. (είσοδ-ο) (είσοδ-οι)

In the third case, we see that the stress moves down one syllable in the Genitive Singular, Genitive Plural & Accusative Plural, just like Masculine nouns in -ος.

3. Neutral Nouns

While we’ve learned how to decline the most common neutral nouns ending in

we have yet to learn several neutral nouns.

Neutral Nouns in -ος, pl. -η

a. Stressed on the penultimate:

Singular Plural
Nom. το δάσ-ος (forest) τα δάσ-η
Gen. του δάσ-ους των δασ-ών
Acc. το δάσ-ος τα δάσ-η
Voc. – δάσ-ος δάσ-η

b. Stressed on the antepenult:

Singular Plural
Nom. το μέγεθ-ος (size) τα μεγέθ-η
Gen. του μεγέθ-ους των μεγεθ-ών
Acc. το μέγεθ-ος τα μεγέθ-η
Voc. – μέγεθ-ος μεγέθ-η

We see that only the Nominative, Accusative & Vocative cases in the Singular are actually stressed on the antepenult. All other cases are stressed on the penultimate, except for Genitive Plural which is stressed on the ultimate. Piece of cake!

Some more nouns in this group:

το λάθος (mistake, error)

το πάθος (passion)

το κτήνος (beast)

το άνθος (flower)

το έδαφος (ground)


Neutral Nouns forming their plural in -ατα:

a. Nouns in -(μ)α, pl. -(μ)ατα

Stressed on the penultimate

Singular Plural
Nom. το σώμ-α  (body) τα σώμ-ατα
Gen. του σώμ-ατος των σωμ-άτων
Acc. το σώμ-α τα σώμ-ατα
Gen. – σώμ-α σώμ-ατα

Stressed on the antepenult:

Singular Plural
Nom. το πρόβλημ-α (problem) τα προβλήμ-ατα
Gen. του προβλήμ-ατος των προβλημ-άτων
Acc. το πρόβλημ-α τα προβλήμ-ατα
Gen. – πρόβλημ-α προβλήμ-ατα

Other nouns in this group:

το κύμα (wave)

το θέμα (theme, subject)

το δράμα (drama)

το ποίημα (poem)

το διάστημα (space)


b. Nouns ending in (pl. -έα or -ατα)

Singular Plural
Nom. το οξ-ύ (*see below) τα οξ-έα
Gen. του οξ-έος των οξ-έων
Acc. το οξ-ύ τα οξ-έα
Gen. – οξ-ύ οξ-έα

* οξύ has several meanings, i.e. acid, acute, sharp, shrill

Singular Plural
Nom. το δόρ-υ (spear) τα δόρ-ατα
Gen. του δόρ-ατος των δορ-άτων
Acc. το δόρ-υ τα δόρ-ατα
Gen. – δόρ-υ δόρ-ατα


Neutral Nouns ending in -ας, -ως, -ος, with plural in -ατα

Singular Plural
Nom. το γεγον-ός (event, fact) τα γεγον-ότα
Gen. του γεγον-ότος των γεγον-ότων
Acc. το γεγον-ός τα γεγον-ότα
Gen. – γεγον-ός γεγον-ότα


Singular Plural
Nom. το τέρ-ας (monster) τα τέρ-ατα
Gen. του τέρ-ατος των τερ-άτων
Acc. το τέρ-ας τα τέρ-ατα
Gen. – τέρ-ας τέρ-ατα


Singular Plural
Nom. το φ-ως  (light) τα φ-ώτα
Gen. του φ-ωτός των φ-ώτων
Acc. το φ-ως τα φ-ώτα
Gen. – φ-ως φ-ώτα


Neutral Nouns ending in -ον, -εν, -αν, with Plural in -οντα, -εντα, -αντα: 

Singular Plural
Nom. το παρ-όν (present) τα παρ-όντα
Gen. του παρ-όντος των παρ-όντων
Acc. το παρ-όν τα παρ-όντα
Gen. – παρ-όν παρ-όντα

το παρελθόν (past)

το μέλλον (future)

το προϊόν (product)

το καθήκον (duty)


Singular Plural
Nom. το φωνή-εν (vowel) τα φωνή-εντα
Gen. του φωνή-εντος των φωνη-έντων
Acc. το φωνή-εν τα φωνή-εντα
Gen. – φωνή-εν φωνή-εντα

το μηδέν (zero) –> This one’s somewhat irregular, as it forms Genitive Singular as μηδενός; also, in Plural, it uses the form μηδενικά, μηδενικών, etc.


Singular Plural
Nom. το σύμπ-αν (universe) τα σύμπ-αντα
Gen. του σύμπ-αντος των συμπ-άντων
Acc. το σύμπ-αν τα σύμπ-αντα
Gen. – σύμπ-αν σύμπ-αντα

With the above paradigms, we can say that we’re done with the tables of declension for the nouns, and that we’ve learned all the major groups of Greek nouns. Should we meet a highly irregular (and exceptional) one in later lessons, we shall deal with it on-the-spot.

Please, learn these examples well & revise previous Lessons (3-7). As an exercise, you can decline as many as you want of the nouns included in the Vocabulary taught so far.


In Lesson 12, we shall look into Relative Pronouns & Conjunctions, in order to enter a new, exciting area of the language: the formation of Subordinate sentences.

Lesson 10: Greek Adjectives, Pronouns & Numerals


In this lesson, we will learn:

    • Adjectives in -ων, -ουσα, -ον & in -ύς, -εία, -ύ
    • Reflexive & Demonstrative Pronous
    • Numbers, Cardinal & Ordinal


1. Greek Adjectives

Adjectives in -ων, -ουσα, -ον


Singular Plural
Nom. o ενδιαφέρ-ων (interesting) οι ενδιαφέρ-οντες
Gen. του ενδιαφέροντ-α των ενδιαφερόντ-ων
Acc. τον ενδιαφέροντ-α τους ενδιαφέροντ-ες



Singular Plural
Nom. η ενδιαφέρουσ-α οι ενδιαφέρουσ-ες
Gen. της ενδιαφέρουσ-ας των ενδιαφερουσ-ών
Acc. την ενδιαφέρουσ-α τις ενδιαφέρουσ-ες



Singular Plural
Nom. το ενδιαφέρ-ον τα ενδιαφέροντ-α
Gen. του ενδιαφέροντ-ος των ενδιαφερόντ-ων
Acc. το ενδιαφέρ-ον τα ενδιαφέροντ-α

More adjectives in -ος, -ουσα, -ον:

ο επείγων, η επείγουσα, το επείγον –> urgent

ο μέλλων, η μέλλουσα, το μέλλον –> future, to-be

ο δευτερεύων, η δευτερεύουσα, το δευτερεύον –> secondary


  • The present participle of verbs (active voice) is formed according to this paradigm.


Adjectives in -ύς, -ούσα, -ύ


Singular Plural
Nom. o ταχ-ύς (speedy, fast) οι ταχ-είς
Gen. του ταχ-έος των ταχ-έων
Acc. τον ταχ-ύ τους ταχ-είς
Gen. – ταχ-ύ ταχ-είς



Singular Plural
Nom. η ταχ-εία οι ταχ-είες
Gen. της ταχ-είας των ταχ-ειών
Acc. την ταχ-εία τις ταχ-είες
Gen. – ταχ-εία – ταχ-είες



Singular Plural
Nom. το ταχ-ύ τα ταχ-έα
Gen. του ταχ-έος των ταχ-έων
Acc. το ταχ-ύ τα ταχ-έα
Gen. – ταχ-ύ ταχ-έα

More adjectives in -ύς, -εία, -ύ:

ο ευθύς, η ευθεία, το ευθύ–> straight, straightforward

ο οξύς, η οξεία, το οξύ –> acute // acid

ο βραδύς, η βραδεία, το βραδύ–> slow-paced


Singular Plural
Nom. o ταχ-ύς (speedy, fast) οι ταχ-είς
Gen. του ταχ-έος των ταχ-έων
Acc. τον ταχ-ύ τους ταχ-είς
Gen. – ταχ-ύ ταχ-είς



Singular Plural
Nom. η ταχ-εία οι ταχ-είες
Gen. της ταχ-είας των ταχ-ειών
Acc. την ταχ-εία τις ταχ-είες
Gen. – ταχ-εία – ταχ-είες



Singular Plural
Nom. το ταχ-ύ τα ταχ-έα
Gen. του ταχ-έος των ταχ-έων
Acc. το ταχ-ύ τα ταχ-έα
Gen. – ταχ-ύ ταχ-έα


2. Pronouns

a. Reflexive Pronouns

Reflexive pronouns show that the action performed by the subject returns to him/her self.

Εαυτός means self, and it’s declined as a noun.
As a reflexive pronoun, it is accompanied by the respective possessive adjectives (my/μου, your/σου, him/του, etc)

1st person

Singular Plural
Nom. o εαυτός μου
οι εαυτοί μας
Gen. του εαυτού μου του εαυτού μας  or: των εαυτών μας
Acc. τον εαυτό μου τον εαυτό μας or: τους εαυτούς μας


2nd person

Singular Plural
Nom. o εαυτός σου
οι εαυτοί σας
Gen. του εαυτού σου του εαυτού σας  or: των εαυτών σας
Acc. τον εαυτό σου τον εαυτό σας or: τους εαυτούς σας


3rd person

Singular Plural
Nom. o εαυτός του/της
(himself, herself)
οι εαυτοί τους
Gen. του εαυτού του/της του εαυτού τους or: των εαυτών τους
Acc. τον εαυτό του/της τον εαυτό τους or: τους εαυτούς τους

The most commonly used case is the accusative.


b. Demonstrative pronouns

Demonstrative pronouns are:

  • αυτός, αυτή, αυτό –> this
  • (ε)τούτος, (ε)τούτη, (ε)τούτο –> this
  • εκείνος, εκείνη, εκείνο –> that
  • τέτοιος, τέτοια, τέτοιο –> such
  • τόσος, τόση, τόσο –> so (much, big, many, etc), such

Examples of use:

  • Αυτές οι καρέκλες είναι ακριβές. –> These chairs are expensive.
  • Τούτο το βιβλίο είναι παλιό. –>This book is old.
  • Εκείνα τα κορίτσια είναι όμορφα. –> Those girls are pretty.
  • Μία τέτοια γυναίκα σου ταιριάζει. –> Such a woman is α good match for you.
  • Σήμερα θα διαβάσω τόσες σελίδες. –> Today I’ll read so many pages.


3. Numbers

a. Cardinal Numbers

We have already (Lesson 1) learned the first 10 cardinal numbers. Today we will count to 100.

11: έντεκα (ένδεκα)
12: δώδεκα
13: δεκατρία
14: δεκατέσσερα
15: δεκαπέντε
16: δεκαέξι
17: δεκαεπτά
18: δεκαοκτώ
19: δεκαεννιά
20: είκοσι
21: είκοσι ένα
22: είκοσι δύο
23: είκοσι τρία
(As you can see, after 20 the numbers are composed of the multiple of ten and the single cardinal 1-9, with no other complications.)
30: τριάντα
31: τριάντα ένα
32: τριάντα δύο
40: σαράντα
50: πενήντα
60: εξήντα
70: εβδομήντα
80: ογδόντα
90: ενενήντα
100: εκατό

b. Ordinal Numbers
1st: πρώτος, πρώτη, πρώτο
2nd: δεύτερος, δεύτερη, δεύτερο
3rd: τρίτος
4th: τέταρτος
5th: πέμπτος
6th: έκτος
7th: έβδομος
8th: όγδοος
9th: ένατος
10th: δέκατος
11th: ενδέκατος
12th: δωδέκατος
13th: δέκατος τρίτος
14th: δέκατος τέταρτος
15th: δέκατος πέμπτος
16th: δέκατος έκτος
17th: δέκατος έβδομος
18th: δέκατος όγδοος
19th: δέκατος ένατος
20th: εικοστός
21st: εικοστός πρώτος
22nd: εικοστός δεύτερος
30th: τριακοστός
40th: τεσσαρακοστός
50th: πεντηκοστός
60th: εξηκοστός
70th: εβδομηκοστός
80th: ογδοηκοστός
90th: ενενηκοστός
100th: εκατοστός

Ordinal numbers are declined as simple adjectives in -ος, -η, -ό




Translate into Greek. You must also refer to previous lessons for vocabulary, declension, pronouns, etc.

  1. This beautiful dog is hers.
  2. That woman will harm (“do bad to,” in Greek) herself.
  3. The fourth house up on the mountain is ours.
  4. The car is fast, but (=αλλά) the train is faster.
  5. Maria and Caterina read many books and they know many stories. (story= η ιστορία)


Key to the exercise:

  1. Αυτός ο ωραίος σκύλος είναι δικός της.
  2. Εκείνη η γυναίκα θα κάνει κακό στον εαυτό της.
  3. Το τέταρτο σπίτι πάνω στο βουνό είναι δικό μας.
  4. Το αυτοκίνητο είναι ταχύ (γρήγορο), αλλά το τρένο είναι ταχύτερο (πιο γρήγορο, γρηγορότερο).
  5. Η Μαρία και η Κατερίνα διαβάζουν πολλά βιβλία και ξέρουν πολλές ιστορίες.