Lesson 13: Greek verbs

In this lesson, we will complete our exploration into the forms of the Active voice of verbs by learning about

  • the Subjunctive mode
  • the Imperative mode, and
  • the Participle.


Verb Declension – Active voice

Subjunctive mode: While Indicative is the mode of the “real”, of what is (or was, or will be) actually happening, Subjunctive expresses a potentiality, a wish, wonder, etc.

Verbs are preceded by “να“, “για να“, “αν“, “μη(ν)/μήπως“, “όποτε” and other conjunctions (see Lesson 12 for a comprehensive list and their meanings), as well as the language particle “ας” (=let’s), the adverb “ίσως” (=perhaps), etc.

The Subjunctive has three tenses:

The Present and Present Perfect are formed as in the Indicative with only the addition of the appropriate conjunction, particle or adverb before the verb. For example:

Subjunctive, Present 

εγώ να γράφω εμείς να γράφουμε
εσύ να γράφεις εσείς να γράφετε
αυτός να γράφει αυτοί να γράφουν


Subjunctive, Present Perfect

εγώ να έχω γράψει εμείς να έχουμε γράψει
εσύ να έχεις γράψει εσείς να έχετε γράψει
αυτός να έχει γράψει αυτοί να έχουν γράψει

The Simple Past is formed on its own theme, in the likeness of the Simple Future, Indicative:

Subjunctive, Simple Past

εγώ να γράψω εμείς να γράψουμε
εσύ να γράψεις εσείς να γράψετε
αυτός να γράψει αυτοί να γράψουν


As for the Imperative mode, it includes only two tenses:

Imperative, Present

1rst person
2nd person γράφ –ε γράφ –ετε
3rd person

Imperative, Simple Past

1rst person
2nd person γράψ –ε γράψ –τε
3rd person

As you can see, the ending of the 2nd person in the plural number is formed without an –ε– .

Verbs  like αγαπώ (love) and ωφελώ (benefit), ending in a stressed syllable (-ώ-), form the Imperative as follows:

Imperative, Present

1rst person
2nd person αγάπ –α αγαπ –άτε
3rd person


1rst person
2nd person (ωφέλ –ει) ωφελ –είτε
3rd person

Imperative, Simple Past

1rst person
2nd person αγάπ –ησε αγαπ –ήστε
3rd person
1rst person
2nd person ωφέλ –ησε ωφελ –ήστε
3rd person

…And last, but not least, the Participle:

In the Active voice, the participle expresses manner — e.g.
Πήγα στο σπίτι τρέχοντας. (I went home running.)

It is formed only in the Present tense by combining the root of the verb/word and the ending
-οντας  or -ώντας.

If we would care to see some examples,

ντύν-ω –> ντύνοντας
μαγειρ-εύω –> μαγειρεύοντας
αγαπ-ώ –> αγαπώντας
σκουπ-ίζω –> σκουπίζοντας
νικ-ώ –> νικώντας 

we would notice that

  • when the ending of the verb is not stressed (-ω), we use the form –οντας
  • if, on the other hand, we’re referring to a verb stressed at the ending syllable (-ώ), then we use the form –ώντας of the participle.

There is another type of Active participle, which we rarely use in Modern Greek. It is formed by the root of the verb and the suffixes -ων, -ουσα, -ον, as in

ενδιαφέρω (Ι present an interest to) which becomes:
ο ενδιαφέρων, η ενδιαφέρουσα, το ενδιαφέρον (=interesting)

This type was more common in Ancient Greek; it is called an adjectival participle and it is usually referred to (and inflected) as an adjective.




(a) Following the example, find the Subjunctive, Imperative and Present Participle of the verbs:

ακούω –> να ακούω, να ακούσω, να έχω ακούσει // άκουγε, άκου // ακούγοντας

πηγαίνω, βλέπω, λέω, φτάνω, γράφω, διαβάζω, αρχίζω, λείπω, τελειώνω

αγαπώ –> να αγαπώ, να αγαπήσω, να έχω αγαπήσει // αγάπα // αγαπώντας

νικώ, πετώ, πηδώ, κοιτώ, κρατώ, πονώ, πεινώ, βοηθώ, λειτουργώ, χρησιμοποιώ, καλώ, ωφελώ

(b) Why not decline the verbs?


Key to the exercise:

πηγαίνω –> να πηγαίνω, να πάω, να έχω πάει // πήγαινε // πηγαίνοντας

βλέπω –> να βλέπω, να δω, να έχω δει // βλέπε, δες // βλέποντας

λέω –> να λέω, να πω, να έχω πει // λέγε, πες // λέγοντας

φτάνω –> να φτάνω, να φτάσω, να έχω φτάσει // φτάνε, φτάσε

γράφω –> να γράφω, να γράψω, να έχω γράψει // γράφε, γράψε // γράφοντας

διαβάζω –> να διαβάζω, να διαβάσω, να έχω διαβάσει // διάβαζε, διάβασε // διαβάζοντας

αρχίζω –> να αρχίζω, να αρχίσω, να έχω αρχίσει // άρχιζε, άρχισε // αρχίζοντας

λείπω –> να λείπω, να λείψω, να έχω λείψει // λείπε, λείψε // λείποντας

τελειώνω –> να τελειώνω, να τελειώσω, να έχω τελειώσει // τελείωνε, τελείωσε // τελειώνοντας

νικώ –> να νικώ, να νικήσω, να έχω νικήσει // νίκα // νικώντας

πετώ –> να πετώ, να πετάξω, να έχω πετάξει // πέτα // πετώντας

πηδώ –> να πηδώ, να πηδήξω, να έχω πηδήξει // πήδα // πηδώντας

κοιτώ –> να κοιτώ, να κοιτάξω, να έχω κοιτάξει // κοίτα // κοιτώντας

κρατώ –> να κρατώ, να κρατήσω, να έχω κρατήσει // κράτα // κρατώντας

πονώ –> να πονώ, να πονέσω, να έχω πονέσει // πόνα // πονώντας

πεινώ –> να πεινώ, να πεινάσω, να έχω πεινάσει // πείνα // πεινώντας

βοηθώ –> να βοηθώ, να βοηθήσω, να έχω βοηθήσει // βόηθα // βοηθώντας

λειτουργώ –> να λειτουργώ, να λειτουργήσω, να έχω λειτουργήσει // λειτούργησε // λειτουργώντας

χρησιμοποιώ –> να χρησιμοποιώ, να χρησιμοποιήσω, να έχω χρησιμοποιήσει // χρησιμοποίησε // χρησιμοποιώντας

καλώ –> να καλώ, να καλέσω, να έχω καλέσει // κάλεσε // καλώντας

ωφελώ –> να ωφελώ, να ωφελήσω, να έχω ωφελήσει // ωφέλησε // ωφελώντας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *